Saturday, 18 August 2012

Πολλαπλασιασμός


Η ώρα, από ώρα πια, έστεκε θλιμμένη.
Το ξημέρωμα είχε απλώσει τα δίχτυα του
και σαν από λάθος πάντοτε της γράπωνε τα πόδια.
Η ώρα, τις ώρες εκείνες, νωχελικά περίμενε,
καρτερούσε τα στολίδια των πολύχρωμων φαναριών.
Συνήθως ήταν το μόνο της ένδυμα.

Δεν είχε παράπονο, το σκοτάδι της χάριζε απλόχερα τα ακριβά στολίδια του.
Και το φώς; Ο ήλιος; Ο ήλιος ήταν κλέφτης!
Την ενοχλούσε η αυξανόμενη δύναμη του.
Της στερούσε τα στολίδια, τα περίφημα μαργαριτάρια της.
Ευθύς μετατρεπόταν σε ένα ακόμη μέτρημα ενός ρολογιού.
Οι άνθρωποι την προσπερνούσαν βιαστικά δίχως να της δίνουν σημασία.
Δεν φάνταζε πια η γοητεία της, δεν θάμπωνε κανέναν η ομορφιά της.

- Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι! Φώναζε, 
κάθε που η καρδιά της χτυπούσε δυνατά σε χέρια αδιάφορα.
Η μόνη της παρηγοριά, η νύχτα.
Βασιλικά ξαναεπέστρεφε κρατώντας σκήπτρα και δίνοντας της το έναυσμα.
Τότε η ώρα χόρευε, μεθυσμένη, σαν σε χορό τρελών.
Μάζευε και ύφαινε μαργαριτάρια.
Στόλιζε τον λαιμό, τα στήθη, τα μαλλιά της.

Στα πόδια της κυλούσαν χιλιάδες χρυσοσταλίδες.
Με κάθε λίκνισμα του κορμιού της έτρεμαν και έπεφταν,
γέμιζαν δρόμους, πλατείες, γειτονιές.
Τι κρίμα, κάθε νύχτα το σκοτάδι την αγκάλιαζε βιαστικά.
Το ξημέρωμα δεν αργούσε να έρθει.
Μία νέα φυλακή και ένας νέος καημός.
Αλήθεια, παράδοξο δεν είναι το σκοτάδι να έχει πάντα ως απότοκο το φως;