Tuesday, 24 May 2016

Οδηγίες προς ναυτιλομένους. Τυφλούς..

Ρώτησε "πως βλέπεις". Δεν απάντησα. Τα κομμάτια στο πάτωμα και εσυ χτυπιέσαι ξυπόλυτος στης ραθυμίας το κενό.

Είχε σκοτεινιάσει μέσα του. Τόλμησα να προτείνω θάλασσα αλλα δεν με άκουσε. Πικρός καφές σε νερόβραστο φλυτζάνι. Το πίνεις μονότονα.

Σοβάτισε δυο αμύγδαλα. Είχαν απο καιρό χάσει τα όνειρα τους. Τώρα φαντάζουν απρόθυμα.

Κάθισε μόνος στην άκρη του. Το νήμα τον τύλιξε. Του δείχνω.

Ενοχές. Κλουβιά γεμάτα συνειδήσεις. Χωρίς κάγκελα. Τα χτίζουμε με σύννεφα. Δεν στέκουν αλλά τα συντηρούμε.

Αέρας κοπανιστός. Σκόρπια κομμάτια. Φόβος και τρόμος.

Ήρθε ο ήλιος. Του άφησε σημείωμα. Βρίσκομαι δίπλα σου. Το διαβάζεις.

Δέκα τυφλές ηλιαχτίδες. Μάθημα 1ο: μου έπιασες το χέρι.

- πως βλέπει κανείς το κενό;
- με χρώματα..


 

Thursday, 19 May 2016

Λίγο πριν - 33: Αθήνα..

Έφτασε η σειρά της. Χρονικά, τουλάχιστον, διότι πρακτικά παρεμβάλλονται πολλά και διάφορα άνευ σημασίας προς το παρόν. Χμμ, άραγε τι να πρωτογράψω για το ταξίδι πίσω; Πίσω σε κάτι που είχα ξεχάσει και, για να ακριβολογώ, ήθελα να ξεχάσω..
 
Έλειψα αρκετά από την Ελλάδα, υπήρξαν περίοδοι στη ζωή μου όπου η μόνη επαφή ήταν οι στιγμές συνομιλίας με τους γονείς ή τα αμέτρητα άρθρα για τη κατάσταση στη χώρα - πολιτική, οικονομική. Δυσάρεστες οι εξελίξεις και ενώ φαινομενικά απομακρυνόμουν, ολοένα και περισσότερο αισθανόμουν ότι κουβαλούσα το βαρύ φορτίο μιας πληγωμένης οργής.
 
Τέλοσπαντων.. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα μιλήσω για την πληγωμένη οργή στα κείμενα που αφιέρωσα στα, σχεδόν, 33 μου χρόνια. Θα μιλήσω, όμως, για τον πρώτο και, ελπίζω, τελευταίο βραχύβιο έρωτα της ζωής μου..
 
Συνέβη την ημέρα της επιστροφής. Όλα μια αντίθεση εκείνη την ημέρα. Θυμάμαι έντονα το σκοτεινό, κρύο και χιονισμένο τοπίο των Βρυξελλών σε μάχη με τον ελληνικό μεγαλοπρεπή ήλιο.
 
Θάλασσα.. Μεσογειακή και ερωτική. Γαλαζοπράσινη και μυρωδάτη. Την είχα ξεχάσει. Δεν γνωρίζω πως είχα καταφέρει να ξεχάσω το βασικότερο συστατικό του εαυτού μου. Ενδεχομένως είχα, ασυνείδητα, αντικαταστήσει τη θάλασσα με την αέναη και ανεπαίσθητη (πολλές φορές) βροχή της καθημερινότητας μου.
 
Θυμάμαι εκείνη την χαρακτηριστική στροφή του αεροπλάνου λίγο πριν τη προσγείωση. Ο ελληνικός ήλιος με καλωσόριζε και, ταυτόχρονα, αγκάλιαζε το αιγαίο. Η θάλασσα χρύσιζε στα πόδια μου και εγώ σκεφτόμουν ότι πετούσαμε για μήνες. Είχα ξεκινήσει με μείον βαθμούς και πάτησα το ελληνικό έδαφος σε έναν αυγουστιάτικο Γενάρη. Ζέστη!
 
Άνοιξα τη βαλίτσα και άλλαξα ρούχα, πέταξα τα παλτό μέσα, έβγαλα το καλσόν και αισθάνθηκα ένα δροσερό, γλυκό αεράκι να με τυλίγει. Ήμουν πίσω σε ένα μόνιμο καλοκαίρι. Αισθάνθηκα ερωτευμένη.. Τρελά..
 
Δεν κράτησε πολύ.. Ξεκίνησα το ταξίδι στη πόλη και ένιωσα την επιθυμία της φυγής. Το τζάμι του λεωφορείου ήταν πολύ χρήσιμο για να θάψω τον βραχύβιο έρωτα μου. "Άνθρωποι πτώματα, σέρνουν τα πόδια τους σαν φυλακισμένοι" οι σκέψεις μου.. Η πληγωμένη οργή ξανά στο προσκήνιο από την αντίθετη κατεύθυνση αυτή τη φορά. Φτώχεια, εξαθλίωση, πόνος.. Αυτές οι εικόνες με συγκλόνισαν. Δεν είναι ότι δεν γνώριζα ή ότι αδιαφορούσα αλλά, ξαφνικά, ήρθα αντιμέτωπη με όλα όσα κουβαλούσα μέσα μου και περιέγραφα - και φώναζα - και διεκδικούσα για τη κατάσταση στη χώρα μου. Η αλήθεια, γυμνή και αποστεωμένη με συγκλόνισε. Φαντάσου να μην ήξερα ή να αδιαφορούσα..
 
Πολύτιμη εκείνη η ημέρα. Μπορεί ο έρωτας να μου πέρασε αλλά αγάπησα βαθιά και, ίσως, με μεγαλύτερη ειλικρίνεια τα μάτια και τις ψυχές των ανθρώπων..  
 
Από τότε ανακάλυψα την απώλεια και ζω μαζί της. Συνυπάρχουμε. Κινούμαστε παράλληλα και κοιμόμαστε μαζί. Κάθε βράδυ. Σαν μαλωμένοι εραστές που έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο αλλά δεν μιλιούνται. Μισοί μα και γεμάτοι ταυτόχρονα..
 
Στα 33 μου λοιπόν..
 

Tuesday, 17 May 2016

Η Κουνουπιέρα-Μάρτης '16

Αλήθεια. Ειναι αλήθεια. Ήρθε και έφυγε. Αμέσως. Σαν μια σχισμή απο γυάλινη αμετροέπεια. Κουρασμένη και χιλιοειπωμένη.
 
Του χάλασα τα μαλλιά και του φώναξα κάτι για τον ήλιο. Δεν τον είχε δει μέχρι τότε. Αναρωτιέμαι εάν τον είδε μετά.
 
Κατάλαβα ότι φοβήθηκε να σηκώσει το βάρος της ελπίδας του. Συζεί με τον δαίμονα της ευτυχούς συνύπαρξης κάθε αβεβαιότητας. Δικής του μόνο.
 
Κρίνα και αιμοπετάλια: μου έκλεισε το μάτι.
 
Συλλογίζομαι, είναι το αλατόνερο δίπλα μου; Σήμερα ξύπνησα με εμμονές. Έφαγα λίγες απο αυτές και έπειτα δήλωσα ότι τις ερωτεύτηκα. Ψέμματα. Αλήθεια. Τίποτα.
 
Τίποτα σκέτο μου απάντησε. Πρόσθεσα τη λέξη αηδία. Νωρίτερα την ειχα κλέψει απο τον ίδιο. Δεν του αποκάλυψα τα κλεμμένα.
 
Εαν είχε δει τον ηλιο, θα είχε δει και τα κλεμμένα σκέφτηκα. Χρειαζεται θάρρος. Του έστειλα μερικό σε λίγες γραμμές φύλλων. Το έλαβε αλλά δεν το κατάλαβε.
 
Κοιμήθηκε δίχως να ξυπνήσει. Τωρα βρίσκεται στο υπ'αριθμον ... κοτέτσι ύπνου. Ξέρετε μαζεμένες όλες οι ερινύες κλωσσούν τα αυγά της συνέπειας.
 
Πρέπει ... και ίσως ... και ενδεχομένως .... και ήταν γραφτό (!). Σούπα, λαχταριστή, της μικρότητας ενός κιμαδοκόφτη. Όλοι μαζί στο μίξερ.
 
Εγώ τρέφομαι με εμμονές, εσύ;
 

Sunday, 15 May 2016

Λίγο πριν - 33: Shuttle bus..

Τον γνώρισα από τύχη. Είχε ήλιο εκείνο το πρωί και χαμογελούσα ασταμάτητα δίχως, ουσιαστικά, να γνωρίζω το λόγο. Ήμουν χαρούμενη - όλα γύρω μου κατέρρεαν αλλά το είχα βάλει σκοπό να χαμογελώ - σαν από αντίδραση. Νομίζω ήταν μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής μου, η οποία είχε ξεκινήσει κάποιους μήνες πριν και έμελλε να κρατήσει αρκετά - ίσως να μην έχει τελειώσει.

Τον συνάντησα από καθαρή τύχη, είχαμε ξεμείνει από εισιτήρια και αναγκαστικά πετούσαμε, ο καθένας για την πατρίδα του, από ένα ξεχασμένο αεροδρόμιο κάπου στο Βέλγιο. Gare du Midi λοιπόν, περιμένοντας ένα shuttle bus, ένα πρωινό ενός Σαββάτου με άφθονο Βρυξελλιώτικο ήλιο - παράξενα πράγματα. Όλα ήταν παράξενα δηλαδή, ο ήλιος, το χαμόγελο μου, η ζωή μου ολάκερη θα τόνιζα αλλά, προς το παρόν, το κρατώ δίχως γενικεύσεις. Έχουμε καιρό.

Στεκόταν λίγο παρακάτω και κάπνιζε. Περίμενε και εκείνος στον ήλιο. Εάν κανείς έχει μείνει βόρεια μαθαίνει να εκτιμά τον ήλιο όπου και όπως τον βρίσκει. Ήμασταν λοιπόν, σαν λιαστές σαρδέλες σε μια στάση στη στάση. Ψηλός άνδρας και αρκετά γοητευτικός. Γκρίζα μαλλιά, χαρούμενο πρόσωπο και ... αρκετά μεγαλύτερος μου.. Πρώτες σκέψεις: σταμάτα να τον κοιτάς, είναι μεγάλος για σένα!

Αποφάσισα να ανέβω στο λεωφορείο. Είχα ένα βιβλίο στην αποσκευή μου - θα μου αποσπούσε τη προσοχή. Κάθισα λιγάκι απρόθυμα, έβγαλα το βιβλίο και ξεκίνησα να διαβάζω. Με την άκρη του ματιού μου τον παρατήρησα να πετά το τσιγάρο του και να κινείται προς το λεωφορείο. -Δεν διαβάζεις (η φωνή της λογικής)! Συγκεντρώσου! Ανέβηκε επάνω και κάθισε δίπλα μου, το λεωφορείο άδειο.. Οι ελάχιστες ματιές που ανταλλάξαμε πριν ήταν αρκετές..

Σιγά-σιγά άρχισε η επιβίβαση και των υπολοίπων. Το λεωφορείο ξεκίνησε και είχαμε τρία τέταρτα στη διάθεση μας. Εκείνος μουγκός. Εγώ είχα αρχίσει να αισθάνομαι τον εκνευρισμό στα ακροδάχτυλα των ποδιών μου. Κοίταξα μηχανικά το κινητό μου τηλέφωνο και το πέταξα κάπου στην αποσκευή. Δεν πρόσεξα την ώρα αλλά, ξαφνικά, είχα την απορία να μάθω - σαν να είχα ένα εσπευσμένο ραντεβού και κάπου ξεχάστηκα. Τελείως αυθόρμητα και δίχως να το σκεφτώ, σαν να τον γνώριζα χρόνια, τον ρώτησα. Μου χαμογέλασε και έπειτα απάντησε. Βλακεία μου, σκέφτηκα. Θα μπορούσα να την είχα δει στο κινητό.. Διέκοψε τις σκέψεις μου με ένα ακόμη χαμόγελο ρωτώντας ταυτόχρονα την εθνικότητα μου. Εκείνος Ιταλός.

Αρχίσαμε να μιλάμε για φαγητό. Δύο άνθρωποι της Μεσογείου, ζεστοί και τρελοί, ανακάλυπταν τη βελγική κουζίνα. Λαχανάκια Βρυξελλών και η κατάρα τους σκέφτομαι τώρα. Έτσι κύλισε η συζήτηση, γελούσαμε με τις βάφλες και τις πατάτες τηγανιτές.

Φτάσαμε στο αεροδρόμιο, σημείο μηδέν. Βγήκα τρέχοντας. Ήθελα να με σταματήσει. Το έκανε. Άκουσα τη φωνή του να φωνάζει το όνομά μου και, τολμώ, να πω ότι θυμάμαι τον τρόπο του μέχρι σήμερα. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε το όνομά μου - σαν να με βάφτιζε εκ νέου, μόνο εκείνος. Μυσταγωγία της στιγμής ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μοιράζονται κάτι ανεξήγητο.. 

Μου πρότεινε να πιούμε κάτι. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που είχαμε στη διάθεση μας, μου διηγήθηκε τη ζωή του σαν να με γνώριζε χρόνια. Ένας γλυκός, φωτεινός άνθρωπος.. Αισθανθήκαμε ο ένας τον άλλο. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, σαν από θαύμα, γνωριζόμασταν χρόνια. θα έπαιρνα όρκο ότι τον ήξερα από μικρό παιδί. 

Με συνόδευσε στη πύλη αναχώρησης. Πετούσα πρώτη. Κοντοσταθήκαμε και με κοίταξε τρυφερά, αισθάνθηκα ότι ήθελε να με φιλήσει. Το ήθελα και εγώ αλλά, μηχανικά, του ευχήθηκα καλό ταξίδι και του γύρισα τη πλάτη φεύγοντας. Πάλι έτρεχα. Έτρεχα γιατί, ουσιαστικά, ήθελα να γυρίσω πίσω. Τα πόδια μου εκείνη την ημέρα απέκτησαν οντότητα ξέχωρη των επιθυμιών μου.. 

Μπήκα στο αεροπλάνο. Ο εκνευρισμός από τα ακροδάχτυλα, σαν μορφή ηλεκτρισμού, πέρασε στο υπόλοιπο σώμα και δεν ηρέμησα ώσπου τον ξαναείδα. Στο ίδιο αεροδρόμιο, την ημέρα της επιστροφής μου.. 




  

Thursday, 12 May 2016

Λίγο πριν - 33: Brussels

This little child in the middle is a beloved of mine. Met him by a coincidence during a visit to a friend; he offered me his shoe, along with a huge smile and I will never forget his bright eyes..


Monday, 2 May 2016

Λίγο πριν - 33: Κούβα..

Η τελευταία (ίσως) ομιλία του Κάστρο, η επίσκεψη του Ομπάμα, η συνάντηση των δυο ιεραρχών. Εικόνες πολλές και γνώριμες απο μια χώρα, μια γη που πάτησα - έζησα- γεύτηκα - έκανα δίκη μου. Φωτογραφίες απο το αεροδρόμιο στην Αβάνα· σημείο αναφοράς.

Θυμάμαι τη πρώτη μου φορά που προσγειώθηκα εκεί, η φύση που αντίκρισα ήταν τόσο έντονη και ζωντανή που στα μάτια μου φάνταζε ως ζούγκλα. Ένα τεράστιο ανθρώπινο κουτί τυλιγμένο σε πράσινη αγκαλιά. Χέρια της φύσης, στιβαρά, ερωτοτροπούσαν με το τσιμέντο.

Θυμάμαι μπήκαμε στο αεροδρόμιο μέσω φυσούνας, δέν μπόρεσα να μυρίσω τη φύση εκείνες τις πρώτες στιγμές, παρα μόνο να φανταστώ τη μυρωδιά της. Νόμιζα ότι θα ήταν κάτι απο Πήλιο μετά απο κάθε βροχή. Έκανα λάθος φυσικά, η Κούβα έχει μια ξηρή μυρωδιά σε αντίθεση με την υγρή αίσθηση που σου αφήνει. Κάτι απο πούρο· μπορει να ακούγεται αναμενόμενο αλλά, πράγματι, η μυρωδιά σου αφήνει μια αίσθηση χαλάρωσης. Σαν να χάνεσαι σε ένα τοπίο γεμάτο αντιθέσεις. Και, μήπως, δεν ειναι αντίθεση να χάνεσαι σε κάτι τοσο ζωντανό;

Θυμάμαι το αεροδρόμιο, είχε αυτό τον "σοβιετικό λεκέ" που αγωνιωδώς ψάχνω σε κάθε μου ταξίδι σε χώρες με τέτοιου είδους ιστορία. Αυτοί οι "λεκέδες" μου προξενούν ένα ακατανόητο ενδιαφέρον.. 

Θυμάμαι τα "περιπτεράκια" - δεν ήταν περίπτερα, δίκη μου η ορολογία. Ήταν ο απαραίτητος έλεγχος, μέσα στο αεροδρόμιο, που ο κάθε επισκέπτης πρέπει να περάσει. Στη δίκη μου σειρά είχα το άγχος να ειμαι αρκετά τυπική ώσπου πρόσεξα τον αξιωματικό που με ανέλαβε. Με φλέρταρε, στο τέλος μου ρωτούσε επίμονα το ξενοδοχείο μου, τα είχα χαμένα.. Δεν το θυμόμουν..

Θυμάμαι το πρώτο μου βήμα έξω. Το θυμάμαι σαν κάτι απο matrix, ξαφνικά όλη η υγρασία - σαν κύμα, με έλουσε. Απίστευτη αίσθηση. Αυτό ήταν όμως, έπειτα - όσες φορές ξαναπήγα, το είχα συνηθίσει. Ίσως γιατι ειμαι γυναίκα και καταλαβαίνω απο υγρασία. Η Κούβα ειναι σαν τον κόλπο μιας γυναίκας, τόσο ζέστη και υγρή.

Απο τότε πήγα πολλές φορές και έμεινα αρκετά στο νησί. Θυμάμαι τις βόλτες στην Αβάνα, στο Σαντιάγο, στη Σάντα Κλάρα, στο Τρινιδάδ.. Θυμάμαι το χωριουδάκι με τα πλίθινα μικρά σπίτια δίπλα στη θάλασσα. Τη 'μαύρη χήρα' που πέρασε τρέχοντας δίπλα απο το πόδι μου, το τηγανιτό ψάρι και τα φρούτα που έφαγα σε μια παραλία μόνο για Κουβανούς με μεγάλα χαμόγελα. Τον ήλιο που καθημερινά με μεταμόρφωνε σε ζουμερό αστακό. Τους ανθρώπους, τη ζεστασιά τους. Το κοριτσάκι μπροστά στη πόρτα ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού απο την θηριώδη βλάστηση των δέντρων και το φως του ηλίου που έπεφτε στο πρόσωπο του - η φωτογραφία που δεν πρόλαβα να τραβήξω. Αλλά και η μόνη, αυθεντικά, θρησκευτική επαφή με κάτι πραγματικά ιερό: την αθωότητα ενός μικρού παιδιού.

Θυμάμαι τις "αιωρούμενες πίτσες" στους δρόμους της Αβάνας - ένας αστείος αυτοσχέδιος μηχανισμός για να παραγγέλνεις την καλύτερη πίτσα απο τη ταράτσα μιας πολυκατοικίας. Θυμάμαι τα πλάτανο μάτσο που μαγείρευα καλύτερα απο κάθε Κουβανή - αυτούσια λόγια του συντρόφου μου. Θυμάμαι τη Κουβανή που γνωρίσαμε καθώς ταξιδεύαμε, η οποία πίστεψε ότι τον τύλιξα γιατι έμοιαζε με βορειοευρωπαίο και εγώ με Κουβανή.

Θύμαμαι ποσό ερωτευμένη υπήρξα αλλα και ποσό γρήγορα μου τελείωσε. Θυμάμαι τα μάτια του όταν του είπα ότι θα φύγω. Θυμάμαι τη λύπη του, που δεν ήξερε πως να την εκφράσει.

Γαμώτο.. Η φρίκη και η γλύκα της θύμησης σε μια αίσθηση. Τόσο έντονη πολλές φορές αλλά και τόσο μακριά πια. Μεγαλώνω, ονειρεύομαι, γεύομαι και προχωρώ. 

Αυτές τις στιγμές θυμάμαι τα λόγια του Ελύτη: "Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό, εγώ τον έχω δει απο καταμεσής της θάλασσας".. Μπορώ, άραγε, να προσθέσω: "εν ώρα τρικυμίας, έκει που όλα χάνονται και κερδίζονται ταυτόχρονα";