Friday, 20 September 2013

Το νυχτικό!!

Πριν αρκετά χρόνια είχα γράψει ενα μικρό διήγημα, ουσιαστικά ανήκει στις πρώτες προσπάθειες έπειτα απο την ενασχολησή μου με την ποίηση αποκλειστικά. Αν και θεωρώ οτι το εν λόγω διήγημα δεν αποτελεί πραγματικό δείγμα της τωρινής μου γραφής, πάραυτα, θα ήθελα να το αφιερώσω στην 'κυρία' της φωτογραφίας.


'Το νυχτικό.

 Τώρα που το θυμάμαι, έβρεχε εκείνη την ημέρα σαν τη σημερινή. Μάλιστα τα παιδιά της γειτονιάς τσίριζαν κάθε που βροντούσε, το είχαν σαν παιχνίδι. Άλλωστε τα παιδιά δεν κατανοούν την αληθινή φύση του κινδύνου...
Αυτή μάλλον θα ήταν και η σκέψη της όταν θα πετάχτηκε από το μεσημεριανό της ύπνο, αποστεωμένη ακόμα, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει ότι ήταν απλώς παιδιά. Τη θυμάμαι να βγαίνει στο μπαλκόνι, με τα μαλλιά της και τη νυχτικιά της να προδίδουν τη γαλήνη του τόσο άδοξου ύπνου. Ήταν μια γυναίκα μόνη. Κυριολεκτικά μόνη, κανείς δεν της χτυπούσε το κουδούνι αλλά και η ίδια ποτέ δεν επιδίωξε να μιλήσει με κανέναν. Η γειτονιά, στην αρχή, δεν της έδινε σημασία, αν και οι συζητήσεις γύρω από το ατομό της "άναβαν" κάθε φορά που την έβλεπαν να γυρνάει φορτωμένη με τα ψώνια της οικοκυρικής ζωής. Αυτή ήταν και η μόνη της έξοδος, η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο.
Μετά το περιστατικό με τη βροχή και τα παιδιά, η γειτονιά απέκτησε μιά πιο ολοκληρωμένη άποψη για την ίδια. Δεν γνωρίζω τι έφταιξε περισσότερο απ’όλα, η παιχνιδιάρικη διάθεση, το γέλιο, οι συχρονισμένες τσιρίδες της με τις τσιρίδες των παιδιών; Τελοσπάντων, σημασία έχει ότι όλη αυτή η καινούργια συμπεριφορά τάραξε συθέμελα τη γαλήνη της προοδευτικής κατά τ’άλλα γειτονιάς. Οι γυναίκες αποφάσισαν ότι πρόκειται για τρελή. Δεν περίμεναν αυτή την εξέλιξη. Έδειχνε πάντα τόσο περιποιημένη και σοβαρή. Μια αληθινή κυρία, ήταν πριν το περιστατικό αυτό. Η αλήθεια είναι ότι μια αληθινή κυρία παρέμεινε και μετά το περιστατικό αλλά, όπως και να’χει, η γειτονιά ανησυχούσε.

 Ανησυχούσε, διότι ήταν μια γυναίκα μόνη, σχεδόν τρελή. Έτσι λοιπόν αποφασίστηκε από κοινού, η μεγαλύτερη γειτόνισσα (πρώτο οροφοδιαμέρισμα της γωνιακής πολυκατοικίας, αξιότιμη κυρία και η ίδια με δυό παιδιά παντρεμένα, τακτοποιημένα και σύζυγο συνταξιούχο διευθυντή του δημοτικού σχολείου της μικρής πόλης τους) να την επισκεφθεί. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Η αξιότιμη αυτή κυρία είναι μέλος μιας λέσχης κυριών, επομένως, ήταν η πλέον αρμόδια γι’αυτήν την υπόθεση. Μετά από δύο εβδομάδες περίπου, χρόνος αρκετός για να ‘ξεχαστεί’ λιγάκι το περιστατικό, η αξιότιμη κυρία-σύζυγος συνταξιούχου διευθυντή-μέλος λέσχης κυριών, χτυπούσε το κουδούνι της τρελής (πλέον). Δεν θέλω να σας απογοητεύσω, η αξιότιμη κυρία σίγουρα απογοητεύθηκε, η τρελή δεν της άνοιξε. Το μόνο που ρώτησε ήταν να μάθει το σκοπό της επίσκεψης, μάλιστα της ‘απρόσμενης’ επίσκεψης (όπως τόνισε η τρελή). Η αξιότιμη κυρία-σύζυγος συνταξιούχου διευθυντή-μέλος λέσχης κυριών, απάντησε με μισόλογα. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν προετοιμασμένη για ένα τέτοιο θράσος. Ούτε την πόρτα της άνοιξε. Η τρελή ήθελε να την ξεφορτωθεί. Έφυγε λοιπόν, σχεδόν εκνευρισμένη.

 Από τότε, όλη η γειτονιά βάλθηκε να πιάσει κουβέντα με τη τρελή-πρώην σοβαρή κυρία. Τις ελάχιστες φορές που την έβλεπαν προσπαθούσαν είτε με μια καλημέρα είτε με μια καλησπέρα να τη προσεγγίσουν. Τότε είναι που πρόσεξαν την αηδία στο βλέμμα της. Στην αρχή δεν το πίστευαν, μα πως ήταν δυνατό μια τρελή να περιφρονεί το απλόχερο και ανιδιοτελές ενδιαφέρον τόσων γυναικών; Σιγά-σιγά όμως, σιγουρεύτηκαν. Ναι, η τρελή τις περιφρονούσε. Αυτές, κυρίες με τα όλα τους, αξιοπρεπείς σύζυγοι, καλοβαλμένα παιδιά, διακοπές με πρόγραμμα (και πολλά άλλα) να ενδιαφέρονται για μια γυναίκα μόνη, αποτρελαμένη. Αποφάσισαν λοιπόν να μην της ξαναμιλήσουν...

 Και ενώ, δυστυχώς, η συγκεκριμένη ιστορία κάπου εδώ τελειώνει, η αλήθεια είναι ότι η "τρελή" μια ημέρα πριν την απόφαση της γειτονιάς, έφυγε. Είναι σίγουρο ότι έφυγε, διότι μάζεψε τα λιγοστά έπιπλα της βεράντας της, σφάλισε τα παντζούρια της, διπλοκλείδωσε την πόρτα της και, κρατώντας δυο βαλίτσες κι ένα μικρό κουτί, ανέβηκε στο ταξί που είχε καλέσει και έφυγε. Μέχρι σήμερα δεν έχει γυρίσει πίσω. Κάθε φορά που βρέχει τη θυμάμαι με το γαλάζιο νυχτικό και τα μαλλιά της λυμένα να χαίρεται στο μπαλκόνι της μαζί με τα μικρά παιδιά, τη βροχή'. 

Thursday, 15 August 2013

The right on having rights......

Should I look around me or should I be blind (for one more time)? 

This question, until today, 'annoys' me. I think that I misunderstood many values of my childhood and as the time passes I cannot find, for example, equality or fairness or, at least, good intentions. Maybe I am wrong and just complain too much, however the other day when I was passing in front of the European Parliament, I found out that an EU meeting was going on. That meeting was targeting poverty, in fact disadvantaged people could speak and contribute in the fight against poverty. What impressed me is that these people had to remain outside, in a tent, in a rainy-cold Brussels day. I, immediately, could not stop thinking that the poor are always outsiders; even if they are allowed to speak about their rights......





Monday, 20 May 2013

An Old Unforgettable Story..

 Its been long, yet, still I cannot forget an old, kind and wise man I met before two years. I always think about him, mainly about the kindness of his soul, and always come into tears. I have been wanted to write about him since long time ago but was thinking that it would have been better to meet him again and, this time, interview him. However, I am quite busy and cannot travel soon; what is more, the possibility of his death is what really stops me from accomplishing this travel..

I met him exactly two years ago, in a small-almost tiny village, in north Greece. I had to find out all the residents of that village and write down their details. Names-addresses-work-life-children, etc. As you can understand, I was working for the state census that takes place every ten years in Greece. My duty was to travel in two small villages and discover who was actually still alive since the last time.. Quite cynical, however, our life is, most of the times, a harsh 'joke' or just a bad one.

It was a sunny, warm evening of May and he was working among his tomatoes and peppers. He was, I think, watering his vegetables while I was passing in front of his house. I could not see him, as he was kneeled caring tomato leaves in his small garden. He did see me though, and invited me in his house. You see, the villagers already knew that I was the responsible for the census and everyone was welcoming me in their houses before I even 'discover' them. 

I can remember him opening the front garden door and passing me in his patio. Such a beautiful place.. Trees and vegetables around us and a small wooden table with two chairs waiting for people to sit on. He kindly offered me one and as I was preparing my papers he stood next to me silently. A tall, quite strong man, although he was close enough to his nineties. His whole life was captured in his face and body. A man of hard work and hard life. My first thought, though, was that this man is a king. Living in such a nice village, next to a river, sleeping and waking up in the arms of nature.. I could not understand the contradictions such a life usually offers. On one hand, the beauty of the landscape and on the other, the challenge of taming the nature.

He insisted in offering me something to drink or to eat but I was in a hurry; I had to catch the bus back to my house. I felt that he realized my lack of time and, after a while, he sat next to me waiting for my questions. I started with the survey and soon enough we were about to finish. Not so many things to narrate. A simple life, a farmer and a breeder, now in pension caring only about his small garden next to his house. He had lost his wife many years ago and still, was trying to learn to live alone. He seemed to me that he could not overcome her death. A sad man, a lonely man living far from his children in a village full of elderly people waiting for their death.. 

Soon enough, he started talking about the crisis and, all of a sudden, we found ourselves having a serious conversation about our responsibilities that resulted in the tragedy of our country. I was really enjoying the point of view of that old man and, although, I could understand that he was rarely among people to discuss with, he was, kindly, listening to me. He was speaking less and motivating me to speak even more. However, our discussion deeply affected him and, all of a sudden, with tears in his eyes, he apologized to me for the future he and his generation created for us, the greek youth. It was a very emotional moment for me. I could see a strong man suffering and was wondering about his actual share of responsibility. How is it possible a farmer and a breeder to contribute in such a crisis? A man that, all of his life, lived under restrictions and almost poverty cannot really have a share in the chaos of our country.. 

After a few months I left my country-my homeland and still traveling around; however this man is always in my mind and heart, representing the kindness that Greeks used to own. I wish our politicians, the rest of us but mainly me, had the heart of that kind man. Maybe things would have been better, maybe, who knows, we would have been caring about our homeland with pride and deep sense of responsibility. Maybe we would never just follow orders and  care only about our own personal welfare. Who knows, maybe..

I wish that I will see this man again; I need to thank him for having the chance to meet him.

Saturday, 18 May 2013

My brothers..


The oldest and the youngest..

My parents..


My father, in the middle with the light blue shirt, leading a demonstration and  my mother.

My sweet granny..


Close enough to my thirties, however though, missing my family.. In view of that, I thought of uploading family photos. Here is my granny that I was named after her. 

Monday, 4 March 2013

Γητείες και λοιπά παραμύθια..

Θα ήθελα να σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία. Κάποτε, λοιπόν, πριν χρόνια αλλά ίσως και πριν ημέρες-κανείς πλέον δεν θυμάται-ζούσε ένας μικρός κάβουρας στην άκρη ενός ερημωμένου λιμανιού. 'Ηταν μοναχός του, δίχως παρέα αλλά και όνειρα. Η μοναξιά του ήταν αφόρητη και του δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της απελπισίας. Ζούσε σχεδόν στατικά, στην άκρη του ερειπωμένου από χρόνια κάβου. Καράβι αλλά ούτε και βάρκα δεν είχε φανεί και ο καημένος ο κάβουρας μονολογούσε και έκλαιγε στην ερημιά για την ερημιά της ζωής του. Θυμόταν τα νιάτα του και τους συντρόφους του· είχαν όλοι φύγει, κάποτε, πρίν πολλά πολλά χρόνια, όμως ο κάβουρας δεν τους είχε ακολουθήσει απο πεποιήθηση όπως έλεγε συχνά στις ατέλειωτες ώρες που μιλούσε με τα βράχια. Κατά τη διάρκεια των "συνομιλιών" του χαιρότανε στο άκουσμα της φωνής του και αυτό μάλλον του έδινε τη δύναμη να στέκεται εκεί αγέρωχος φυλώντας τον σχεδόν κατεστραμένο από την δύναμη της θάλασσας, κάβο. Μιλούσε για τα νιάτα του αλλα και για τα πελώρια καράβια που κάποτε έδεναν σε αυτό το απάνεμο λιμάνι μιας πολιτείας που από χρόνια είχε να πατήσει άνθρωπος στους δρόμους της. Μια νύχτα, λοιπόν, επάνω στη θέρμη των αναμνήσεων ο κάβουρας ξεψύχησε. Ο καιρός, η ηλικία, οι δυσκολίες της ζωης· ίσως και τα τρία μαζί να συντέλεσαν στο δυστυχές γεγονός. Ίσως όμως η επιβεβλημένη στεναχώρια και η ξεροκεφαλιά του φίλου μας του κάβουρα να επέφερε το θάνατο γρηγορότερα. Δυστυχώς κάνεις ποτέ δεν θα μάθει, ίσως βέβαια ο κάβουρας να ήταν ευτυχισμένος μέσα στην δυστυχία του..