Wednesday, 23 November 2011

Θυμάμαι..


-Σου αρέσω; Αυτή η ερώτηση μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Αποφάσισα να μη κοιτάξω, άκουγα σιωπηλά. –Έχεις εντυπωσιαστεί; Ρωτούσε μια κοριτσίστικη φωνή. -Από που το κατάλαβες; Απάντησε με ερώτηση μια αγορίστικη φωνή. – Από την ημέρα που ο πατέρας σου έψηνε και με έσωσες! –Σε έσωσα;  -Ναι από τον καπνό, δεν θυμάσαι; -Θυμάμαι. Τότε κοίταξα. Είδα δυο πολύ μικρά παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι γύρω στα έξι. Προσπάθησα να συγκρατήσω το γέλιο μου. Γέλιο χαράς, φυσικά. Δύο γλυκά, μικρά παιδιά. Η ειλικρίνειά τους με εντυπωσίασε. Ο κόσμος των μεγάλων, πέραν της υποκρισίας, είναι απόλυτα πολύπλοκος. Τα παιδιά ότι αισθάνονται το εκφράζουν... Μέχρι να μάθουν να φυλακίζουν σκέψεις, αισθήματα... Τι κρίμα για την ανθρωπότητα να είναι, να είμαστε επιφυλακτικοί, μυστικοπαθείς, παγεροί, ενσυνείδητα μόνοι... Η μικρή μιλούσε τόσο αφοπλιστικά. Οι ερωτήσεις της έδειχναν ένα σταθερό χαρακτήρα ή τουλάχιστον, ένα μελλοντικά σταθερό χαρακτήρα. Ο «νεαρός», μάλλον γόης αυτής της ηλικίας ‘θυμόταν’. Τι γλυκό να θυμάσαι... Η αλήθεια είναι ότι τα δύο μικρά παιδιά με συγκίνησαν. Θυμήθηκα ένα δικό μου παιδικό ‘έρωτα’. Νομίζω ήμουν κάτι λιγότερο από έξι. Ο δικός μου γόης ήταν γιός στρατιωτικού, αυτό και μόνο θα με απωθούσε σήμερα. Παρ’αυτά, τότε, τον παρακαλούσα για ένα φιλί. Είχα μιά επιμονή! Εκείνος ήταν ντροπαλός. Πέρασε τουλάχιστον μια δεκαετία μεχρι να συνειδητοποιήσω τον κόσμο των μεγάλων  και να γίνω με τη σειρά μου και εγώ ντροπαλή.